28.01.2025

Η Υποχρέωση των Δικαστών για Παρέμβαση σε Περιπτώσεις Ενδείξεων Παιδικής Κακοποίησης



Η Υποχρέωση των Δικαστών για Παρέμβαση σε Περιπτώσεις Ενδείξεων Παιδικής Κακοποίησης
Views: 282

Ένας δικαστής, ανεξαρτήτως βαθμίδας, όταν εντοπίσει ενδείξεις παιδικής κακοποίησης κατά την εκδίκαση οποιουδήποτε θέματος, φέρει θεσμική και ηθική υποχρέωση να ενεργήσει άμεσα, σύμφωνα με το νόμο και τις αρχές προστασίας των ανηλίκων. Συγκεκριμένα:

  1. Καταγραφή των Ενδείξεων:
    Ο δικαστής οφείλει να καταγράψει όλες τις σχετικές ενδείξεις ή πληροφορίες που προκύπτουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, είτε από μάρτυρες, έγγραφα, ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

  2. Ενημέρωση των Αρμόδιων Αρχών:
    Βάσει της νομοθεσίας, ο δικαστής υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την Εισαγγελία Ανηλίκων ή την αρμόδια εισαγγελική αρχή, προκειμένου να ξεκινήσει έρευνα για την υπόθεση κακοποίησης.

  3. Παραπομπή του Θέματος:
    Εάν κρίνεται αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την παραπομπή του ζητήματος στις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες για περαιτέρω διερεύνηση και λήψη μέτρων προστασίας του ανηλίκου.

  4. Λήψη Άμεσων Προληπτικών Μέτρων:
    Αν οι ενδείξεις είναι σοβαρές και υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια του παιδιού, ο δικαστής μπορεί να διατάξει προληπτικά μέτρα προστασίας, όπως απομάκρυνση του παιδιού από το επικίνδυνο περιβάλλον, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές.

  5. Εφαρμογή του Δικαίου:
    Ο δικαστής οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων των ανηλίκων (όπως προβλέπονται στον Αστικό Κώδικα, Ποινικό Κώδικα, και άλλες σχετικές διατάξεις) με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.

  6. Διασφάλιση της Εχεμύθειας:
    Για να προστατεύσει το παιδί και την οικογένειά του από επιπρόσθετη έκθεση ή στιγματισμό, ο δικαστής πρέπει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία είναι όσο το δυνατόν πιο εχέμυθη.

  7. Ευαισθησία και Σεβασμός:
    Οι ενέργειες του δικαστή πρέπει να γίνονται με σεβασμό και ευαισθησία προς το παιδί, αποφεύγοντας οποιαδήποτε περαιτέρω ψυχική επιβάρυνση ή τραυματική εμπειρία.

Στην Ελλάδα, οι υποχρεώσεις αυτές ρυθμίζονται από διεθνείς συμβάσεις (όπως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ), την εθνική νομοθεσία και τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών. Ο στόχος είναι πάντα η προστασία του παιδιού και η άμεση παρέμβαση σε περιπτώσεις κινδύνου.

Η παρέμβαση των δικαστών όταν εντοπίζονται ενδείξεις παιδικής κακοποίησης κατά τη διάρκεια εκδίκασης υποθέσεων παραπλεύρου θέματος είναι θεσμική και ηθική υποχρέωση. Σύμφωνα με τη διεθνή και εθνική νομοθεσία:

  1. Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΟΗΕ):
    Οι χώρες-μέλη υποχρεούνται να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφή κακοποίησης, παραμέλησης και εκμετάλλευσης (Άρθρο 19).

  2. Εθνική Νομοθεσία:
    Οι δικαστές οφείλουν να εφαρμόζουν τον Ποινικό Κώδικα και τους νόμους προστασίας ανηλίκων, όπως ορίζεται στις διατάξεις για την κακοποίηση και παραμέληση ανηλίκων.

  3. Κώδικας Δεοντολογίας Δικαστικών Λειτουργών:
    Ορίζει την υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να προστατεύουν ευάλωτα άτομα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών.

  4. Άμεση Αναφορά και Προστασία:
    Οι δικαστές πρέπει να αναφέρουν άμεσα τα περιστατικά στην Εισαγγελία Ανηλίκων ή σε άλλες αρμόδιες αρχές και να διατάξουν μέτρα για την άμεση προστασία του παιδιού.

  5. Διαδικασίες Προστασίας:
    Προβλέπεται συνεργασία με κοινωνικές υπηρεσίες, διασφάλιση εχεμύθειας και ευαισθησία κατά την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων, ώστε να ελαχιστοποιείται η ψυχική επιβάρυνση του ανηλίκου.

Η ενεργοποίηση των δικαστών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κρίσιμη για την πρόληψη και αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης, προασπίζοντας το ύψιστο συμφέρον του παιδιού.